σητόβρωτος

-η, -ο / σητόβρωτος, -ον, ΝΜΑ
φαγωμένος από τα σκουλήκια, σκοροφαγωμένος, σαρακοφαγωμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σής, σητός «σκόρος» + -βρωτος (< βρωτός < βιβρώσκω «τρώω, κατατρώγω»), πρβλ. μυό-βρωτος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σητόβρωτος — eaten by moths masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σητόβρωτον — σητόβρωτος eaten by moths masc/fem acc sg σητόβρωτος eaten by moths neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σητοβρώτου — σητόβρωτος eaten by moths masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σητοκόπων — σητόβρωτος eaten by moths masc/fem/neut gen pl σητόκοπος masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σητόβρωτα — σητόβρωτος eaten by moths neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σητόκοπα — σητόβρωτος eaten by moths neut nom/voc/acc pl σητόκοπος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • TINEA — a Graeco φθίνειν, Graecis communiter σὴς dicitur, ab Hebr. es, vel sas, quod a verbo asas, i. e. consumi et tabescere, etiam βρῶσις dicta occurrit Math. c. 6. v. 19. ubi βρῶσιν non esle erosionem, sed tineae speciem, probari videtur posse ex Esai …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.